1 2 3 5 δ ζ ο λ ν K ε ρ τ ψ ώ ά έ Έ Χ ί χ π Ά

στυλοβάτης, το έρεισμα (gr.)
prop (en.)



ειληκρινής (gr.) - frank (en.)
ορθοδοντικός (gr.) - orthodontist (en.)
ψίχα, πυρήνας (gr.) - kernel (en.)
βγαίνω (gr.) - come out (en.)
διακριτικό γνώρισμα, κονκάρδα (gr.) - badge (en.)
σαρκαστικά, ειρωνικά (gr.) - wryly (en.)
περπατώ στις μύτες των ποδιών (gr.) - tiptoe (en.)
τυμβρωρυχία (gr.) - grave robbing (en.)
φύκι (gr.) - kelp (en.)
από άποψη μετρητά (gr.) - in cash terms (en.)