1 2 3 5 δ ζ ο λ ν K ε ρ τ ψ ώ ά έ Έ Χ ί χ π Ά

κλώνος (gr.)
clone (en.)



στήριγμα του κεφαλιού (gr.) - headrest (en.)
τρεμοφέγγω, μαρμαρυγή, λαμπυρίζω (gr.) - shimmer (en.)
αφροδισιακός (gr.) - veneral (en.)
μη συμεριλαμβανώμενος (gr.) - excluding (en.)
εχθρικός (gr.) - unfriendly (en.)
με την σειρά του, εκ περιτροπής (gr.) - in turn (en.)
σφυρηλάτος σίδηρος (gr.) - wrought iron (en.)
γνωστικός, συνετός (gr.) - prudential (en.)
παραχαϊδεμένος (gr.) - spoilt (en.)
έκτακτη ανάγκη, επειγούσα ανάγκη (gr.) - emergency (en.)