1 2 3 5 δ ζ ο λ ν K ε ρ τ ψ ώ ά έ Έ Χ ί χ π Ά

έλλειμα (gr.)
deficit (en.)



απείθεια, ανυπακοή (gr.) - insubordination (en.)
συντελεστής ψύξης ανέμου (gr.) - wind chill factor (en.)
αρμόδιος (gr.) - in charge (en.)
υπόδειγμα, παράδειγμα (gr.) - example (en.)
λελέκι, πελαργός (gr.) - stork (en.)
εξόφλησε, εξόφλησε τα χρέη του (gr.) - he settled his debts (en.)
υπερόπτης, αλαζόνας, αλαζονικός, υπεροπτικός (gr.) - arrogant (en.)
καθαρίστρια, καθαριστής (gr.) - cleaner (en.)
σε αναμμένα κάρβουνα (gr.) - on hot coals (en.)
αστυνομικό μυθιστόρημα (gr.) - whodunnit (en.)