Słownictwo
- κάνω ζάφτι, ήττα
- πλειοδότης
- πρυμναίος, προς την πρύμνη
- βδελυρός
- χουλιαρομύτα
- γενικεύω
- στου διάλου τη μάννα
- αλλοιώνω, παραποιώ
- μεγαλούτσικος
- χυτοσίδηρος
- πταισματοδικείο
- επιδότηση, επιχορήγηση
- πεσμένος, πεσόντες, πεσών
- εξ αιτίας, λόγω
- πάροδος, σοκάκι
- άνυδρος
- βαριοφαίνομαι
- κεχρί
- την ημέρα, κατά την ημέρα
- ηλίθιος, γαϊδουρινός
- τουρλίδα
- όζον
- καταβροχθίζω
- πρινάρι
- επίκτητα χαρακτηριστηκά
- αναγκαιότητα
- επιτροπή
- μπισκότο
- προπαρασκευαστικός
- τελωνειακός